απάγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απάγω < αρχαία ελληνική ἀπάγω < ἀπό + ἄγω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

  1. με τη χρήση βίας αναγκάζω κάποιον να έρθει μαζί μου σε άλλο τόπο στον οποίο τον κρατάω χωρίς τη θέλησή του, συνήθως για να απαιτήσω χρήματα από άλλους για την απελευθέρωσή του
    ...με αποτέλεσμα να τον απαγάγουν για να ζητήσουν λύτρα
    τον είχαν απαγάγει πέρσι τέτοια εποχή και τώρα τον απήγαγαν για δεύτερη φορά!
  2. παίρνω κάποιαν από το σπίτι της, χωρίς τη συγκατάθεση των δικών της, για ερωτικούς λόγους, την κλέβω
  3. απομακρύνω
    η νέα ψύκτρα απάγει τη θερμότητα ικανοποιητικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • το ρήμα συχνά κατά λάθος θεωρείται ότι είναι απαγάγω ενώ αυτή η μορφή (με το διπλό αγ) προοριζόταν για τους στιγμιαίους χρόνους και όχι τους εξακολουθητικούς (πρόβλημα κοινό σε όλα τα σύνθετα του άγω, όπως εξάγω, εισάγω, παράγω, ανάγω)

Βασικοί χρόνοι[επεξεργασία]

  • απάγω, παρατ.: απήγα, στιγμ. μέλλ.: θα απαγάγω, αόρ.: απήγαγα μτχ.ενεργ. εν. απάγοντας
  • απάγομαι, παρατ.: απαγόμουν ή απηγόμην, στιγμ. μέλλ.: θα απαχθώ, αόρ.: απήχθην ή απάχθηκα , μτχ.π.π.: απηγμένος αλλά αντ' αυτής σε χρήση η μτχ. αρχ. αορίστου απαχθείς

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]