απάγω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- απάγω < αρχαία ελληνική ἀπάγω < ἀπό + ἄγω
[
]
Ρήμα
απάγω, παρατ.: απήγα, στιγμ. μέλλ.: θα απαγάγω, αόρ.: απήγαγα , παθ.φωνή: απάγομαι
- με τη χρήση βίας αναγκάζω κάποιον να έρθει μαζί μου σε άλλο τόπο στον οποίο τον κρατάω χωρίς τη θέλησή του, συνήθως για να απαιτήσω χρήματα από άλλους για την απελευθέρωσή του
- παίρνω κάποιαν από το σπίτι της, χωρίς τη συγκατάθεση των δικών της, για ερωτικούς λόγους, την κλέβω
- απομακρύνω
- η νέα ψύκτρα απάγει τη θερμότητα ικανοποιητικά