βία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βία | βίες |
| γενική | βίας | (βιών) |
| αιτιατική | βία | βίες |
| κλητική | βία | βίες |
[
]
Ετυμολογία
- βία < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
βία θηλυκό
- ενέργεια που προκαλεί καταστροφή
- η βιασύνη