ζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ζω < Ζ (το έκτο γράμμα του αλφαβήτου) + ω (προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάγνωση)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
ζω ουδέτερο, άκλιτο
- ο πρώτος από τους εφτά φθόγγους της βυζαντινής μουσικής κλίμακας που αντιστοιχεί στο σι της ευρωπαϊκής
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ζω < ζῶ
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
ζω
- βρίσκομαι στη ζωή, διατηρούμαι στη ζωή
- διαρκώ
- κατοικώ, διαμένω
- πού ζεις τώρα;
- εξοικονομώ τα απαραίτητα για τη ζωή
- με τέτοιο μισθό 'ζει πλουσιοπάροχα
- κινούμαι σε συγκεκριμένα (πλαγματικά ή φανταστικά) πλαίσια
- ζει σε μια πλάνη
- επιμένω σε ορισμένα πρότυπα ή τρόπους σκέψεις
- κάνει σαν να ζούμε στο Μεσαίωνα!
- περνώ τη ζωή μου με ορισμένο τρόπο
- ζούσαν με λιτότητα
- βιώνω, αποκτώ εμπειρίες
- μαζί σου ζω ό,τι έψαχνα
- συντηρώ κάποιον, στηρίζοντάς τον οικονομικά
- από μένα περιμένει να τη ζήσω
[
] Εκφράσεις
- ζήσε Μάη (μου) να φας τριφύλλι : για κάτι που αναβάλλεται σε ένα τόσο μακρινό μέλλον, ώστε θεωρείται απίθανο να συμβεί
- ζω και βασιλεύω :
-
- χαίρω άκρας υγείας, αντίθετα με όσα λέγονται ψευδώς
- εξακολουθώ να υπάρχω πέρα από αμφισβητήσεις
- ζω στον κόσμο μου : δεν έχω επαφή με την πραγματικότητα
- κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα : στερεότυπο κλείσιμο των παραμυθιών
- να μου ζήσεις : για κάτι που έκανε κάποιος και μας ευχαρίστησε
- να ζήσετε : ευχή σε νεόνυμφους για μακροχρόνια κι ευτυχισμένη κοινή ζωή