ζωώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ζωώδης ζωώδης ζωώδες
γενική ζωώδους ζωώδους ζωώδους
αιτιατική ζωώδη ζωώδη ζωώδες
κλητική ζωώδη(ς) ζωώδης ζωώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ζωώδεις ζωώδεις ζωώδη
γενική ζωωδών ζωωδών ζωωδών
αιτιατική ζωώδεις ζωώδεις ζωώδη
κλητική ζωώδεις ζωώδεις ζωώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ζωώδης < ζω- + -ώδης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /zɔ.ˈɔ.ðis/ αρσενικό ή θηλυκό
ΔΦΑ : /zɔ.ˈɔ.ðɛs/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

ζωώδης, -ης, -ες

  1. που χαρακτηρίζει τα ζώα
  2. (μεταφορικά) που με τη συμπεριφορά του μοιάζει με ζώο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]