αποβάθρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποβάθρα αποβάθρες
γενική αποβάθρας αποβαθρών
αιτιατική αποβάθρα αποβάθρες
κλητική αποβάθρα αποβάθρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αποβάθρα < αρχαία ελληνική ἀποβάθρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αποβάθρα θηλυκό

  • ειδικά διαμορφωμένος χώρος σε λιμάνια και σιδηροδρομικούς σταθμούς ώστε σε αυτόν να γίνεται πιο εύκολα η αποβίβαση και επιβίβαση επιβατών του συγκεκριμένου μέσου μεταφοράς, καθώς και η φόρτωση -εκφόρτωση εμπορευμάτων

32πχ Μεταφράσεις[]