αυτοάμυνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτοάμυνα αυτοάμυνες
γενική αυτοάμυνας
αιτιατική αυτοάμυνα αυτοάμυνες
κλητική αυτοάμυνα αυτοάμυνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αυτοάμυνα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αυτοάμυνα θηλυκό

οποιαδήποτε πράξη ενός ατόμου, που έχει σκοπό την αποφυγή άμεσης επιβλαβούς πράξης, προερχόμενης από άλλο άτομο.

32πχ Μεταφράσεις[]