αφαίμαξη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αφαίμαξη < ελληνιστική κοινή ἀφαίμαξις
[
]
Ουσιαστικό
αφαίμαξη θηλυκό
- (ιατρική) παραδοσιακή πρακτική κατά την οποία γίνεται τομή σε μία φλέβα του αρρώστου και αφήνεται να αιμορραγήσει για λίγο, με σκοπό να φύγει το "κακό" αίμα
- ένα δημοφιλές μέσο αφαίμαξης ήταν και οι βδέλλες
- η εκβιαστική εκμετάλλευση ενός πόρου που οδηγεί σε εξάντλησή του
- τα φορολογικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν θα οδηγήσουν σε νέα αφαίμαξη των εργαζομένων
[
]
[
]
Μεταφράσεις
ιατρική πρακτική