αφαίμαξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Η πρακτική της αφαίμαξης σε ερυθρόμορφο αττικό αγγείο (480-470 π.Χ., Λούβρο)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αφαίμαξη αφαιμάξεις
γενική αφαίμαξης
& αφαιμάξεως
αφαιμάξεων
αιτιατική αφαίμαξη αφαιμάξεις
κλητική αφαίμαξη αφαιμάξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφαίμαξη < ελληνιστική κοινή ἀφαίμαξις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αφαίμαξη θηλυκό

  1. (ιατρική) παραδοσιακή πρακτική κατά την οποία γίνεται τομή σε μία φλέβα του αρρώστου και αφήνεται να αιμορραγήσει για λίγο, με σκοπό να φύγει το "κακό" αίμα
    ένα δημοφιλές μέσο αφαίμαξης ήταν και οι βδέλλες
  2. η εκβιαστική εκμετάλλευση ενός πόρου που οδηγεί σε εξάντλησή του
    τα φορολογικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν θα οδηγήσουν σε νέα αφαίμαξη των εργαζομένων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]