βενζόλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βενζόλιο βενζόλια
γενική βενζολίου βενζολίων
αιτιατική βενζόλιο βενζόλια
κλητική βενζόλιο βενζόλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βενζόλιο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βενζόλιο ουδέτερο

  1. (χημεία), (βιοχημεία): οργανική χημική ένωση, συστατικό του πετρελαίου από το οποίο και εξάγεται

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]