βουλεβάρτο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βουλεβάρτο | βουλεβάρτα |
| γενική | βουλεβάρτου | βουλεβάρτων |
| αιτιατική | βουλεβάρτο | βουλεβάρτα |
| κλητική | βουλεβάρτο | βουλεβάρτα |
[
]
Ετυμολογία
- βουλεβάρτο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
βουλεβάρτο ουδέτερο