δαγκάνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δαγκάνα δαγκάνες
γενική δαγκάνας
αιτιατική δαγκάνα δαγκάνες
κλητική δαγκάνα δαγκάνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δαγκάνα < δαγκώνω < δακώνω < θέμα δάκ- του δάκνω (=δαγκώνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δαγκάνα θηλυκό

  1. η λαβίδα των καρκινοειδών (αστακοί, καβούρια κτλ) με την οποία συλλαμβάνουν την τροφή τους
  2. (μεταφορικά) η τανάλια, η τσιμπίδα
    τον έπιασε η εφορία στις δαγκάνες της

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]