δαγκάνα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δαγκάνα | δαγκάνες |
| γενική | δαγκάνας | |
| αιτιατική | δαγκάνα | δαγκάνες |
| κλητική | δαγκάνα | δαγκάνες |
Ετυμολογία [
]
- δαγκάνα < δαγκώνω < δακώνω < θέμα δάκ- του δάκνω (=δαγκώνω)
Ουσιαστικό [
]
δαγκάνα θηλυκό
- η λαβίδα των καρκινοειδών (αστακοί, καβούρια κτλ) με την οποία συλλαμβάνουν την τροφή τους
- η τανάλια, η τσιμπίδα (μεταφορικά)
- τον έπιασε η εφορία στις δαγκάνες της
[
]
Μεταφράσεις [
]
δαγκάνα