δεσμοφύλακας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- δεσμοφύλακας < ελληνιστική κοινή δεσμοφύλαξ
[
]
Ουσιαστικό
δεσμοφύλακας αρσενικό
- ο φύλακας που επιτηρεί φυλακισμένους
[
]
Μεταφράσεις
δεσμοφύλακας