δολοφονώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δολοφονώ < δολοφονία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δολοφονώ

  • αφαιρώ σκόπιμα και προμελετημένα τη ζωή ενός ανθρώπου, σκοτώνω, φονεύω
η Σαρλότ Κορντέ δολοφόνησε με μαχαίρι τον Ζαν Πολ Μαρά στο λουτρό του
το δολοφόνησες το τραγούδι!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]