δολοφόνος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δολοφόνος | δολοφόνοι |
| γενική | δολοφόνου | δολοφόνων |
| αιτιατική | δολοφόνο | δολοφόνους |
| κλητική | δολοφόνε | δολοφόνοι |
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ðɔ.lɔ.ˈfɔ.nɔs/
Ουσιαστικό [
]
δολοφόνος αρσενικό ή θηλυκό
- αυτός που σκόπιμα και εκ προμελέτης αφαιρεί τη ζωή κάποιου άλλου
- (μεταφορικά) οτιδήποτε προκαλεί το θάνατο πολλών ανθρώπων
- (μεταφορικά) ο καταστροφέας