φόνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φόνος φόνοι
γενική φόνου φόνων
αιτιατική φόνο φόνους
κλητική φόνε φόνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φόνος < αρχαία ελληνική φόνος < φένω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φόνος αρσενικό

  • η αφαίρεση ζωής με δόλο και προμελέτη ή εν βρασμώ ψυχής

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φόνος και φονή (το θηλυκό κυρίως στον πληθυντικό για τη σφαγή στη μάχη)

  1. σφαγή, φονικό, ανθρωποκτονία, δολοφονία, σκοτωμός
    φόνου ὑπόδικος
  2. θανατική ποινή
    φόνον προκεῖσθαι δημόλευστον (θα εκτεθεί στην ποινή του θανάτου δια λιθοβολισμού)
  3. ο νεκρός, το πτώμα, το θύμα της σφαγής
    πρὶν ἴδω τὸν Ἑλένας φόνον ἐν δόμοις κείμενον


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]