δρόγη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- δρόγη < γαλλική drogue, φάρμακο
Ουσιαστικό [
]
δρόγη θηλυκό
- κάθε φυσικό προϊόν που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν φάρμακο
Μεταφράσεις [
]
δρόγη