δρόγη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δρόγη < γαλλική drogue, φάρμακο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δρόγη θηλυκό

  • κάθε φυσικό προϊόν που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν φάρμακο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]