εκδικητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκδικητής εκδικητές
γενική εκδικητή εκδικητών
αιτιατική εκδικητή εκδικητές
κλητική εκδικητή εκδικητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκδικητής < αρχαία ελληνική ἐκδικητής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛk.ði.ci.ˈtis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκδικητής αρσενικό (θηλυκό εκδικήτρια)

  1. αυτός που εκδικείται, που παίρνει εκδίκηση για μια άδικη πράξη

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]