εκτομή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εκτομή | εκτομές |
| γενική | εκτομής | εκτομών |
| αιτιατική | εκτομή | εκτομές |
| κλητική | εκτομή | εκτομές |
Ετυμολογία [
]
- ελληνιστική λέξη < αρχαία ελληνική ἐκτομή
Ουσιαστικό [
]
εκτομή θηλυκό
Μεταφράσεις [
]
εκτομή