εμπύρευμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εμπύρευμα | εμπυρεύματα |
| γενική | εμπυρεύματος | εμπυρευμάτων |
| αιτιατική | εμπύρευμα | εμπυρεύματα |
| κλητική | εμπύρευμα | εμπυρεύματα |
Ετυμολογία [
]
- εμπύρευμα < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
εμπύρευμα ουδέτερο
Μεταφράσεις [
]
εμπύρευμα