εμφιαλώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμφιαλώνω < εν + φιάλη + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εμφιαλώνω (παθητικό: εμφιαλώνομαι, παθητική μετοχή: εμφιαλωμένος)

  1. μεταφέρω ένα υγρό σε μπουκάλι και το σφραγίζω, για να καταναλωθεί αργότερα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]