ενδογαμία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ενδογαμία | ενδογαμίες |
| γενική | ενδογαμίας | ενδογαμιών |
| αιτιατική | ενδογαμία | ενδογαμίες |
| κλητική | ενδογαμία | ενδογαμίες |
Ετυμολογία [
]
- ενδογαμία < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
ενδογαμία θηλυκό