εξομολόγηση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εξομολόγηση | εξομολογήσεις |
| γενική | εξομολόγησης | εξομολογήσεων |
| εξομολογήσεως | ||
| αιτιατική | εξομολόγηση | εξομολογήσεις |
| κλητική | εξομολόγηση | εξομολογήσεις |
[
]
Ετυμολογία
- εξομολόγηση < εξομολογώ
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
εξομολόγηση θηλυκό
- η αποκάλυψη ενός μυστικού, η οποία γίνεται συνήθως με εμπιστευτικό τρόπο
- (θρησκεία) το μυστήριο κατα το οποίο ο πιστός αποκαλύπτει τις αμαρτίες του σε ένα ιερέα με σκοπό την άφεση
[
]
[
]
Μεταφράσεις
εξομολόγηση