επινόηση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
επινόηση < επί + νόηση(<νους)
Ουσιαστικό [
]
επινόηση θηλυκό Η σύλληψη κάτι καινούριου