επισκεπτήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επισκεπτήριο επισκεπτήρια
γενική επισκεπτηρίου επισκεπτηρίων
αιτιατική επισκεπτήριο επισκεπτήρια
κλητική επισκεπτήριο επισκεπτήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επισκεπτήριο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

επισκεπτήριο ουδέτερο

  1. ωράριο επισκέψεων σε κάποιον χώρο
    πρόσεξε το επισκεπτήριο, νομίζω ότι κλείνουν νωρίς


32πχ Μεταφράσεις[]