εργολήπτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εργολήπτης < έργο + λήπτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εργολήπτης αρσενικό

  1. είναι εκείνος ο οποίος λαμβάνει ένα έργο να εκτελέσει από έναν εργοδότη
  2. ο ένας από τους δύο συμβαλλόμενους στις συμβάσεις έργου

32πχ Μεταφράσεις[]