ετυμηγορία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ετυμηγορία ετυμηγορίες
γενική ετυμηγορίας ετυμηγοριών
αιτιατική ετυμηγορία ετυμηγορίες
κλητική ετυμηγορία ετυμηγορίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ετυμηγορία < ελληνιστική κοινή ἐτυμηγορία < ἔτυμος + ἀγορεύω (το να λέει κάποιος δημόσια τι είναι αλήθεια)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.ti.mi.ɣɔ.ˈɾi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ετυμηγορία θηλυκό

  1. απόφαση δίκης
    Η ετυμηγορία του δικαστηρίου είναι ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος.
  2. κρίση που εκφράζεται με επίσημο τρόπο ή διαδικασία για ορισμένο ζήτημα
    Εσείς γιατί δεν ζητάτε εκλογές; Φοβάστε τη λαϊκή ετυμηγορία;

32πχ Μεταφράσεις[]