ἔτυμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἔτυμος τὸ ἔτυμον οἱ, αἱ ἔτυμοι τὰ ἔτυμα
Γενική τοῦ, τῆς ἐτύμου τοῦ ἐτύμου τῶν ἐτύμων τῶν ἐτύμων
Δοτική τῷ, τῇ ἐτύμῳ τῷ ἐτύμῳ τοῖς, ταῖς ἐτύμοις τοῖς ἐτύμοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἔτυμον τὸ ἔτυμον τοὺς, τὰς ἐτύμους τὰ ἔτυμα
Κλητική ἔτυμε ἔτυμον ἔτυμοι ἔτυμα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐτύμω
Γενική-Δοτική ἐτύμοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ἔτυμος < ἐτεός (πιθανώς < εἰμί)

Open book 01.svg Επίθετο[]

ἔτυμος, -ος, -ον (ῠ) (& σπάνια ἔτυμος, ἐτύμη, ἔτυμον)

  1. αληθινός, πραγματικός
  2. βέβαιος
  3. (πληθυντικός ουδετέρου) ἔτυμα: η αλήθεια
  4. (ελληνιστική κοινή ) (ενικός ουδετέρου) ἔτυμον: η αληθής σημασία ή αρχή μιας λέξης, η ετυμολογία
  5. (ενικός ουδετέρου) ἔτυμον: (επιρρηματικά) πράγματι, όντως
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ἐτεόν

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []