εὐλογία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ευλογία, ευλογιά

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εὐλογία < εὖ + λόγος +-ία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εὐλογία θηλυκό

  1. η καλλιλογία
    εὐλογία ἄρα καὶ εὐαρμοστία καὶ εὐσχημοσύνη καὶ εὐρυθμία (Πλάτων, Πολιτεία, 3, 400d)
  2. έπαινος
    εἴ τις ἀνδρῶν εὐτυχήσαις ἢ σὺν εὐδόξοις ἀέθλοις ἢ σθένει πλούτου κατέχει φρασὶν αἰανῆ κόρον, ἄξιος εὐλογίαις ἀστῶν μεμίχθαι. (Πϊνδαρος, Ισθμιόνικοι, 3)
    Αν κάποιος άντρας έχει καλή τύχη είτε σε αθλητικούς αγώνες που προσφέρουν δόξα είτε από τη δύναμη του πλούτου του και όμως συγκρατεί μεσα στην ψυχή του την ατελεύτητη φιλοδοξία, αυτός αξίζει να έχει τον έπαινο από τους συμπολίτες του
    καὶ τὴν εὐλογίαν ἅμα ἐφ᾽ οἷς νῦν λέγω φανερὰν σημείοις καθιστάς (Θουκυδίδης, 2.42)
  3. (στην Αγία Γραφή) ευλογία (με τη σημερινή σημασία)