θεώρηση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- θεώρηση < αρχαία ελληνική θεώρησις (θεωρία, άποψη)
[
]
Ουσιαστικό
θεώρηση θηλυκό
- επίσημη σφραγίδα ή υπογραφή που τίθεται σε έγγραφο για επικύρωση ή έλεγχο
- εξέταση και έγκριση ενός κειμένου ή εγγράφου
[
]
Μεταφράσεις
σφραγίδα