κάλως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : καλώς, καλός, κάλος, κάλλος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάλως
γενική κάλω
αιτιατική κάλω
κλητική κάλω(ς)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάλως < αρχαία ελληνική κάλως

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάλως αρσενικό

  • (ναυτικός όρος) χοντρό σχοινί καραβιών

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική κάλως κάλω κάλ
Γενική κάλω κάλῳν κάλων
Δοτική κάλ κάλῳν κάλῳς
Αιτιατική κάλων κάλω κάλως
Κλητική κάλως κάλω κάλ

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάλως < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάλως αρσενικό (ᾱ)

  1. (ναυτικός όρος) κάλως, καραβόσκοινο
  2. (κατ’ επέκταση) σχοινί