κάρυον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κάρυον < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kert-, *kret- (σκληρός, τραχύς)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κάρυον και κάρυο

  1. το καρύδι, ο καρπός της καρυδιάς. Ακόμα παλιότερα το κάρυο ήταν γενικά ο καρπός με σκληρό περίβλημα και σε ορισμένες περιοχές έλεγαν ποντιακά κάρυα τα πικραμύγδαλα, Ηρακλεώτικα κάρυα τα φουντούκια κ.λπ. Παντού έλεγαν ινδικά κάρυα τις καρύδες.
  2. ο πυρήνας του κυττάρου


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]