κέρατο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κέρατο | κέρατα |
| γενική | κεράτου | κεράτων |
| αιτιατική | κέρατο | κέρατα |
| κλητική | κέρατο | κέρατα |
[
]
Ετυμολογία
- κέρατο < αρχαία ελληνική κέρας (γενική κέρατος)
[
]
Ουσιαστικό
κέρατο ουδέτερο
- σκληρή έκφυση που μεγαλώνει στο κεφάλι ορισμένων θηλαστικών, συνήθως σε ζευγάρι
- (μεταφορικά) η μοιχεία
- (μεταφορικά) εκνευριστικό αντικείμενο, εξόγκωμα ή άτομο
- βγήκε πάλι αυτό το "κέρατο" στο μάτι μου και με ενοχλούσε
- μου 'βαλε αυτό το κέρατο στο χολ και έκλεισε όλο το διάδρομο
[
]
[
] Εκφράσεις
- και στου βοδιού το κέρατο να κρυφτείς...:
- κέρατο βερνικωμένο
- πιάνω τον ταύρο από τα κέρατα
- το κέρατό μου: ήπιας μορφής βρισιά σε περίπτωση εκνευρισμού
- τα κέρατά μου/του: πολύ μεγάλη ποσότητα από κάτι
- από την ώρα που ήρθε έχει πιει τα κέρατά του