καμάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καμάκι καμάκια
γενική καμακιού καμακιών
αιτιατική καμάκι καμάκια
κλητική καμάκι καμάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καμάκι < αρχαία ελληνική κάμαξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.ˈma.ci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καμάκι ουδέτερο

  1. εργαλείο για ψάρεμα, παρόμοιο με ακόντιο που έχει επιπρόσθετα τουλάχιστον μια πλάγια προεξοχή ώστε να αγκιστρώνεται στο ψάρι
    πολλοί πιστεύουν ότι βρέθηκε το πλοίο και τα καμάκια που χρησιμοποιούσε ο Αχαάβ στο κυνήγι του Μόμπι Ντικ
    η τρίαινα είναι είδος καμακιού
  2. (μεταφορικά) η επίμονη προσπάθεια για σύναψη ερωτικής σχέσης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φλερτ
  3. (μεταφορικά) (συνεκδοχικά) αυτός που προσπαθεί επίμονα να έχει ερωτικές σχέσεις
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γόης


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]