κανίβαλος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κανίβαλος | κανίβαλοι |
| γενική | κανιβάλου | κανιβάλων |
| αιτιατική | κανίβαλο | κανιβάλους |
| κλητική | κανίβαλε | κανίβαλοι |
[
]
Ετυμολογία
- κανίβαλος < ισπανική, caníbal, που χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Κολόμβο για τους ανθρωποφάγους της Καραϊβικής
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ka.ˈni.va.lɔs/
[
]
Ουσιαστικό
κανίβαλος αρσενικό ή θηλυκό
- αυτός που επιδίδεται σε κανιβαλισμό
- το ζώο που τρέφεται από ζώα του είδους του
- (μεταφορικά) ο άνθρωπος που φέρεται με σκληρότητα και θηριώδη τρόπο