κατόρθωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατόρθωμα κατορθώματα
γενική κατορθώματος κατορθωμάτων
αιτιατική κατόρθωμα κατορθώματα
κλητική κατόρθωμα κατορθώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατόρθωμα < κατορθώνω < αρχαίο ελληνικό κατορθόω-κατορθῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κατόρθωμα ουδέτερο

  • το αποτέλεσμα μιας θαρραλέας ενέργειας ή επίπονης και συστηματικής εργασίας.


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]