κοσμοδρόμιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοσμοδρόμιο κοσμοδρόμια
γενική κοσμοδρόμιου και
κοσμοδρομίου
κοσμοδρόμιων και
κοσμοδρομίων
αιτιατική κοσμοδρόμιο κοσμοδρόμια
κλητική κοσμοδρόμιο κοσμοδρόμια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κοσμοδρόμιο < ρωσική, космодром (kosmodrom) < космонавт (kosmonavt, κοσμοναύτης), аэродром (aerodrom, αεροδρόμιο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

κοσμοδρόμιο ουδέτερο

  • εγκαταστάσεις απο τις οποίες εκτοξεύονται πύραυλοι στο διάστημα
το κοσμοδρόμιο του Μπαϊκονούρ στο Καζακστάν άρχισε να κατασκευάζεται από την Σοβιετική Ένωση στα τέλη της δεκαετίας του 1950


32πχ Μεταφράσεις []