κόσμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόσμος κόσμοι
γενική κόσμου κόσμων
αιτιατική κόσμο κόσμους
κλητική κόσμε κόσμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κόσμος < αρχαία ελληνική κόσμος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈkɔ.zmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κόσμος αρσενικό

  1. το σύμπαν
  2. ο πλανήτης Γη
  3. οι άνθρωποι, η κοινωνία
  4. οποιοδήποτε σύνολο ανθρώπων
  5. οι καλεσμένοι
  6. τα εγκόσμια κατ' αντιδιαστολή προς τον μοναχισμό
  7. (παρωχημένο) στολίδι

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Εκφράσεις[]

  • από καταβολής κόσμου: από τότε που υπάρχει ο κόσμος, από την αρχή
  • έφαγα τον κόσμο: έψαξα πολύ για να βρω (κάτι)
  • ζει σε άλλον κόσμο: είναι ξεκομμένος από την πραγματικότητα
  • ζει στον κόσμο του: είναι ξεκομμένος από την πραγματικότητα
  • χαλάει ο κόσμος : γίνεται μεγάλη φασαρία, γίνονται επεισόδια

Παροιμίες[]

  • εδώ ο κόσμος καίγεται και η γριά χτενίζεται: ενώ γίνονται γεγονότα που επαπηλούν τη ζωή κάποιου, αυτός ασχολείται με πράγματα άσχετα και δευτερεύοντα
  • ο κόσμος τό 'χει τούμπανο κι αυτός κρυφό καμάρι: συνήθως λέγεται ειρωνικά γιά κάποιον που νομίζει ότι είναι κατοχος ενός μεγάλου μυστικού, ενώ το ξέρει όλος ο κόσμος.


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κόσμος αρσενικό

  1. η τάξη (η κατάσταση κατά την οποία κάθε τι είναι τακτοποιημένο στη θέση του)
    1. η καλή συμπεριφορά
    2. η σωστή διακυβέρνηση
  2. το στολίδι, η διακόσμηση
    1. (πληθυντικός) τα στολίδια
    2. τα κοσμητικά στοιχεία του λόγου, πχ τα κοσμητικά επίθετα
    3. (μεταφορικά) η τιμή, κάτι το τιμητικό
      γυναιξί κόσμον ἡ σιγὴ φέρει
  3. "άρχοντας", τίτλος ανώτερων αξιωματούχων στην Κρήτη
  4. ο κόσμος, το σύμπαν
  5. ο κόσμος, οι άνθρωποι ως σύνολο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Αναφορές []

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883