κοσμήτορας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κοσμήτορας < αρχαία ελληνική κοσμήτωρ / κοσμητής < κοσμέω, -ῶ
[
]
Ουσιαστικό
κοσμήτορας αρσενικό
- ο πανεπιστημιακός καθηγητής που προΐσταται μιας σχολής