επιμελητής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | επιμελητής | επιμελητές |
| γενική | επιμελητή | επιμελητών |
| αιτιατική | επιμελητή | επιμελητές |
| κλητική | επιμελητή | επιμελητές |
[
]
Ετυμολογία
- επιμελήτρια < ἐπιμελοῦμαι (: φροντίζω)
[
]
Ουσιαστικό
επιμελητής αρσενικό, επιμελήτρια θηλυκό
- ο άνδρας που έχει αναλάβει να φροντίσει την αρτιότερη τεχνική και αισθητική εμφάνιση κάποιου έργου
- επιμελητής αρχαιοτήτων
- ο μαθητής που αναλαμβάνει εκ περιτροπής με τους υπόλοιπους συμμαθητές του να προσέχει την αίθουσα κατά τη διάρκεια του διαλείμματος
- ο επιμελητής της τάξης οφείλει να ανοίγει τα παράθυρα
- γιατρός νοσοκομείου, ο οποίος έχει ασκηθεί στην ειδικότητά του για συγκεκριμένο διάστημα και προΐσταται συγκεκριμένου τομέα
- ο επιμελητής της ορθοπεδικής
[
]
[
]
Μεταφράσεις
επιμελητής