επιμελητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιμελητής επιμελητές
γενική επιμελητή επιμελητών
αιτιατική επιμελητή επιμελητές
κλητική επιμελητή επιμελητές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

επιμελήτρια < ἐπιμελοῦμαι (: φροντίζω)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

επιμελητής αρσενικό, επιμελήτρια θηλυκό

  • ο άνδρας που έχει αναλάβει να φροντίσει την αρτιότερη τεχνική και αισθητική εμφάνιση κάποιου έργου
επιμελητής αρχαιοτήτων
  • ο μαθητής που αναλαμβάνει εκ περιτροπής με τους υπόλοιπους συμμαθητές του να προσέχει την αίθουσα κατά τη διάρκεια του διαλείμματος
ο επιμελητής της τάξης οφείλει να ανοίγει τα παράθυρα
  • γιατρός νοσοκομείου, ο οποίος έχει ασκηθεί στην ειδικότητά του για συγκεκριμένο διάστημα και προΐσταται συγκεκριμένου τομέα
ο επιμελητής της ορθοπεδικής

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη