εμφάνιση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εμφάνιση | εμφανίσεις |
| γενική | εμφάνισης | εμφανίσεων |
| εμφανίσεως | ||
| αιτιατική | εμφάνιση | εμφανίσεις |
| κλητική | εμφάνιση | εμφανίσεις |
[
]
Ετυμολογία
- εμφάνιση < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
εμφάνιση θηλυκό
- το αποτέλεσμα του εμφανίζω/εμφανίζομαι, το να έρχεται κάτι σε σημείο που μπορούν να το δουν
- η διαδικασία του εμφανίζω/εμφανίζομαι
- το παρουσιαστικό κάποιου ατόμου, το πως φαίνεται στους άλλους
- φοράει ότι ρούχα νάναι, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την εμφάνισή της
- η διαδικασία μετατροπής φωτογραφικού φιλμ ή άλλου φωτοευαίσθητου υλικού σε μορφή αρνητικού
- έδωσα το φιλμ για εμφάνιση
- (ειδικότερα) το πρώτο στάδιο της εμφάνισης(4), πριν τη στερέωση
- η διαδικασία δημιουργίας φωτογραφιών από φιλμ
- το χημικό υλικό που χρησιμοποιείται για την εμφάνιση (5)
- αγόρασα τρία μπουκάλια εμφάνιση και ένα στερέωση
[
]
[
]
Μεταφράσεις
εμφάνιση
στάδιο επεξεργασίας φιλμ