κτηνίατρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κτηνίατρος κτηνίατροι
γενική κτηνιάτρου
& κτηνίατρου
κτηνιάτρων
& κτηνίατρων
αιτιατική κτηνίατρο κτηνιάτρους
& κτηνίατρους
κλητική κτηνίατρε κτηνίατροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κτηνίατρος < κτήνος + ιατρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κτηνίατρος αρσενικό ή θηλυκό (πληθυντικός : κτηνίατροι)

  • ο επιστήμονας που ασχολείται με την πρόληψη και θεραπεία των ασθενειών των ζώων. Στα καθήκοντά του περιλαμβάνεται και η επιθεώρηση των προϊόντων ζωικής προέλευσης

32πχ Μεταφράσεις[]