κύστη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κύστη < αρχαία ελληνική κύστις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κύστη θηλυκό

  1. υμενώδης θύλακας του σώματος, όπου συλλέγεται οργανικό υγρό, π.χ. ουροδόχος κύστη
  2. θύλακας ελαστικός, φούσκα
  3. νεόπλασμα, όγκος με μορφή κύστεως


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []


32πχ Μεταφράσεις[]