κύστη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κύστη < αρχαία ελληνική κύστις
Ουσιαστικό
κύστη
- υμενώδης θύλακας του σώματος, όπου συλλέγεται οργανικό υγρό, π.χ. ουροδόχος κύστη
- θύλακας ελαστικός, φούσκα
- νεόπλασμα, όγκος με μορφή κύστεως