λάβα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λάβα | λάβες |
| γενική | λάβας | |
| αιτιατική | λάβα | λάβες |
| κλητική | λάβα | λάβες |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
λάβα θηλυκό
- διάπυρο υλικό που εξέρχεται από κρατήρα ηφαιστείου