λογισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λογισμός | λογισμοί |
| γενική | λογισμού | λογισμών |
| αιτιατική | λογισμό | λογισμούς |
| κλητική | λογισμέ | λογισμοί |
Ετυμολογία [
]
- λογισμός < αρχαία ελληνική
Ουσιαστικό [
]
λογισμός αρσενικό
- σκέψη, στοχασμός
- (μαθηματικά) υπολογισμός
- απειροστικός λογισμός
Μεταφράσεις[
]
λογισμός