μανάβης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μανάβης | μανάβηδες |
| γενική | μανάβη | μανάβηδων |
| αιτιατική | μανάβη | μανάβηδες |
| κλητική | μανάβη | μανάβηδες |
[
]
Ετυμολογία
- μανάβης < τουρκική manav
[
]
Ουσιαστικό
μανάβης αρσενικό, μανάβισσα θηλυκό
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Μεταφράσεις
μανάβης