έμπορος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έμπορος έμποροι
γενική εμπόρου
ή έμπορου
εμπόρων
ή έμπορων
αιτιατική έμπορο εμπόρους
ή έμπορους
κλητική έμπορε έμποροι
και εμπόροι στην ονοματική και
κλητική του πληθυντικού

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έμπορος < αρχαία ελληνική ἔμπορος

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

έμπορος αρσενικό ή θηλυκό και έμπορας / εμπόρισσα)

  1. που αγοράζει προϊόντα σε μεγάλες ποσότητες και τα πουλάει σε μικρότερες χωρίς να τα μεταποιεί
  2. (παρωχημένο) που πουλάει υφάσματα και λευκά είδη
  3. (μεταφορικά-μειωτικά) που δεν ενδιαφέρεται για την ποιότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών που παρέχει αλλά μόνο για το κέρδος
  4. (μεταφορικά-μειωτικά) που εκμεταλλεύεται κάποιο κοινωνικό αγαθό για να κερδίσει χρήματα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα []

δείτε τις λέξεις: -έμπορος και -έμπορας

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις []