μεσολιθική
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
θηλυκό του επιθέτου μεσολιθικός < μέσος + λίθος
Ουσιαστικό
μεσολιθική θηλυκό
- το τμήμα της Λίθινης Εποχής ή Εποχής του Λίθου που μεσολαβεί μεταξύ παλαιολιθικής και νεολιθικής εποχής
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
- αγγλικά : Mesolithic (en)
- αστουριανά : Mesolíticu (ast)
- γαλλικά : Mesolithique (fr) αρσενικό
- γερμανικά : Mittelsteinzeit (de) θηλυκό, Mesolithikum (de) θηλυκό
- δανικά : Ældre stenalder
- εσθονικά : Mesoliitikum (et) αρσενικό
- ιαπωνικά : 中石器時代 (ja)
- ιντερλίνγκουα : Mesolitic (ia) αρσενικό
- ιντερλίνγκουε : Mesolithique (ie) αρσενικό
- ισπανικά : Mesolítico (es) αρσενικό
- ιταλικά : Mesolitico (it) αρσενικό
- καταλανικά : mesolític (ca) αρσενικό
- κινεζικά : 中石器时代 (zh)
- λατινικά : Mesolithicus (la)
- λεττονικά : Mesolīts (lv)
- ολλανδικά : Meslithicum (nl) αρσενικό
- πολωνικά : Meslit (pl) αρσενικό
- πορτογαλικά : Meslítico (pt) αρσενικό
- ρωσικά : Мезолит (ru) αρσενικό
- σικελικά : Mesoliticu (scn) αρσενικό
- σλοβενικά : Mesolitik (sl) αρσενικό
- τσεχικά : Mesolit (cs)
- φινλανδικά : Mesoliittinen kausi