μορφασμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μορφασμός | μορφασμοί |
| γενική | μορφασμού | μορφασμών |
| αιτιατική | μορφασμό | μορφασμούς |
| κλητική | μορφασμέ | μορφασμοί |
[
]
Ετυμολογία
- μορφασμός < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
μορφασμός αρσενικό
- η προσωρινή αλλοίωση των συνηθισμένων χαρακτηριστικών του προσώπου, με ανάλογη σύσπαση των μυών, είτε με τη θέλησή μας είτε λόγω ενστικτώδους αντίδρασης, που οφείλεται ή θέλει να δείξει κάποιο έντονο αίσθημα ή συναίσθημα