μούσκεμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μούσκεμα μουσκέματα
γενική μουσκέματος μουσκεμάτων
αιτιατική μούσκεμα μουσκέματα
κλητική μούσκεμα μουσκέματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μούσκεμα < από το ρήμα μουσκεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μούσκεμα ουδέτερο

  1. (σπάνιο) η τοποθέτηση ρούχων σε νερό ώστε να μουλιάσουν
    είναι απαραίτητο το μούσκεμα των ρούχων πριν το πλύσιμο στο χέρι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα
    μούσκιο
  2. (οικείο) μεθυσμένος


32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Επίρρημα[]

μούσκεμα

  1. που έχει βραχεί πολύ
    με αυτή τη ζέστη γίνεσαι μούσκεμα στον ιδρώτα
    δεν έβαλες καλά την πάνα και το μωρό είναι μούσκεμα

Εκφράσεις[]

  • τα κάνω μούσκεμα: λέγεται όταν κάποιος αποτυγχάνει ή δημιουργεί μπερδεμένες καταστάσεις (κυρίως λόγω κακών χειρισμών)
    πήγα να διορθώσω την κατάσταση αλλά τελικά τα έκανα μούσκεμα

32πχ Μεταφράσεις[]