νεκροψία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | νεκροψία | νεκροψίες |
| γενική | νεκροψίας | νεκροψιών |
| αιτιατική | νεκροψία | νεκροψίες |
| κλητική | νεκροψία | νεκροψίες |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
νεκροψία θηλυκό
- (ιατρική), (νομικός όρος), (ιατροδικαστική, ανακριτική): η κλινική εξωτερική εξέταση του σώματος ενός νεκρού είτε για να διευκρινιστούν τα αίτια του θανάτου, ή για άλλους ερευνητικούς σκοπούς
- ο ιατροδικαστής διενήργησε νεκροψία και νεκροτομή
Εκφράσεις [
]
- η νεκροψία θα δείξει: σκωπτική απάντηση σε ερώτηση για την έκβαση κάποιου γεγονότος, αν δεν γνωρίζουμε ακόμα το αποτέλεσμα
Σημειώσεις [
]
- την νεκροψία διενεργούν ιατροδικαστές μετά παραγγελία εισαγγελέως ή ανακριτικής αρχής που έχει επιληφθεί,
- της νεκροψίας ακολουθεί συνηθέστερα η νεκροτομή που περιλαμβάνεται στην ίδια παραπάνω παραγγελία.
Δείτε επίσης [
]
- νεκροψία στη Βικιπαίδεια
