νεκροψία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεκροψία νεκροψίες
γενική νεκροψίας νεκροψιών
αιτιατική νεκροψία νεκροψίες
κλητική νεκροψία νεκροψίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νεκροψία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική nécropsie < νεκρός + ὄψις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νεκροψία θηλυκό

  • (ιατρική), (νομικός όρος), (ιατροδικαστική, ανακριτική): η κλινική εξωτερική εξέταση του σώματος ενός νεκρού είτε για να διευκρινιστούν τα αίτια του θανάτου, ή για άλλους ερευνητικούς σκοπούς
    ο ιατροδικαστής διενήργησε νεκροψία και νεκροτομή

Εκφράσεις[]

  • η νεκροψία θα δείξει: σκωπτική απάντηση σε ερώτηση για την έκβαση κάποιου γεγονότος, αν δεν γνωρίζουμε ακόμα το αποτέλεσμα

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

  • την νεκροψία διενεργούν ιατροδικαστές μετά παραγγελία εισαγγελέως ή ανακριτικής αρχής που έχει επιληφθεί,
  • της νεκροψίας ακολουθεί συνηθέστερα η νεκροτομή που περιλαμβάνεται στην ίδια παραπάνω παραγγελία.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]