ξεπέτα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- Αργκό έκφραση απο το ρήμα ξεπετάω - ξεπετώ
[
]
Ουσιαστικό
ξεπέτα θηλυκό (πληθυντικός : ξεπέτες)
- Γρήγορη ερωτική πράξη.
- Έριξαν μιά ξεπέτα στις τουαλέτες του αεροδρομίου.
- Ταχέως ολοκληρωθείσα αλλά κακής ποιότητας εργασία.
- Τα πήραν χοντρά για την ξεπέτα που παραδόσανε.
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Μεταφράσεις
ξεπέτα